
Συνέχιση της προσπάθειας για μεταρρυθμίσεις, μείωση των καθυστερούμενων συντάξεων και υψηλή ανάπτυξη 4,9% το 2022 πιστοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην έκθεσή της για την 13η αξιολόγηση, όπου αποδέχεται και τη δεύτερη αύξηση του κατώτερου μισθού μέσα στο 2022 ως μέτρο κατά της ακρίβειας.
Στο γενικό της συμπέρασμα η Κομισιόν τονίζει ότι η Ελλάδα συνέχισε τις προσπάθειες για την υλοποίηση των δεσμεύσεών της παρά τη δύσκολη συγκυρία. Ειδικότερα αναφέρεται στην πρόοδο που διαπιστώνει στην αύξηση της αποτελεσματικότητας της λειτουργίας του δημοσίου, στο νέο κεφαλαιοποιητικό επικουρικό ταμείο, στην απλοποίηση της αδειοδότησης των επιχειρήσεων και στις αποκρατικοποιήσεις. Τονίζει ακόμη την προώθηση της ψηφιοποίησης των δημοσίων υπηρεσιών και την ταχεία εφαρμογή του προγράμματος Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Η μόνη ίσως σοβαρή καθυστέρηση εντοπίζεται στην εκκαθάριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ). Συγκεκριμένα η Επιτροπή αποδέχεται μεν ότι το ποσοστό των ΜΕΔ έχει μειωθεί από το 30,1% στο τέλος του 2020 στο 15% στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2021, αλλά τονίζει ότι η διαγραφή από τους ισολογισμούς των τραπεζών οφείλεται στη λειτουργία του προγράμματος "Ηρακλής" αφού τα δάνεια βρίσκονται - όπως τονίζεται - ακόμη στην οικονομία και επηρεάζουν την πιστοδοτική πολιτική του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Ειδικότερα τονίζεται ότι οι ακροάσεις για τις περίπου 30.000 υποθέσεις του νόμου Κατσέλη έχουν επιταχυνθεί μεν αλλά χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα για να επιτευχθεί ο στόχος για πλήρη εκκαθάριση των υποθέσεων μέχρι και το τέλος του 2023.Στην ίδια γραμμή και οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί οι οποίοι ξεκίνησαν και πάλι το 2021 αλλά με αποτέλεσμα που ακόμη υπολείπεται του αναμενόμενου.
Πάντως τονίζεται ότι ο νέος νόμος για τη διευθέτηση οφειλών και την παροχή δεύτερης ευκαιρίας (δηλαδή ο νέος πτωχευτικός κώδικας) είναι πλέον λειτουργικός, ενώ το θεσμικό πλαίσιο για τον νέο φορέα για τη διαχείριση ακινήτων προωθείται προς ψήφιση για τον Φεβρουάριο. Επιπλέον η Επιτροπή διαπιστώνει καθυστερήσεις σε αλλαγές που θα πρέπει να γίνουν στην πρωτοβάθμια υγεία και τη δικαιοσύνη οι οποίες όμως αποδίδονται κυρίως στην καθυστέρηση λειτουργίας του δημοσίου που έφερε η πανδημία.
Σε ό,τι αφορά τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου, η Επιτροπή βλέπει επίσης πρόοδο αφού το ποσό μειώθηκε κατά 316 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με την προηγούμενη αξιολόγηση. Όπως τονίζεται η απονομή των καθυστερούμενων συντάξεων έχει επιταχυνθεί σημαντικά με αποτέλεσμα το υπόλοιπο των 176 εκατ. ευρώ της προηγούμενης αξιολόγησης να έχει μειωθεί στα 93 εκατ. ευρώ και πλέον είναι πιθανή η πλήρης εκκαθάρισή τους ως τα μέσα του 2022.
Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές ανάπτυξης η Κομισιόν υιοθετεί τις χειμερινές προβλέψεις, σημειώνοντας ότι το 2021 η Ελλάδα ανέκαμψε γρήγορα με ανάπτυξη 8,5%, λόγω κυρίως της ιδιωτικής κατανάλωσης και της πολύ καλής τουριστικής σαιζόν. Η προοπτική είναι η ισχυρή ανάπτυξη να συνεχιστεί και φέτος με ρυθμό 4,9% κυρίως λόγω της μεγαλύτερης ανάκαμψης του τουρισμού αλλά και την υλοποίησης επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η Κομισιόν προβλέπει ότι το πρωτογενές έλλειμμα θα φτάσει το 7,6% του ΑΕΠ το 2021 για να υποχωρήσει στο 1,2% του ΑΕΠ στο τέλος του 2022.
Τέλος αποκαλύπτει ότι τα έσοδα κατέγραψαν πέρσι υπέρβαση 1,2% του ΑΕΠ, που αντιστοιχεί σε ποσό πάνω από 2,1 δισ. ευρώ, λόγω της καλύτερης πορείας των επιχειρήσεων και των εταιρικών φόρων. Για το 2022 αναφέρει τη μεταρρύθμιση του ΕΝΦΙΑ η οποία θα έχει καθαρό δημοσιονομικό κόστος 0,1% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 180 εκατ. ευρώ.
Μέτρα στήριξης
Σε ό,τι αφορά τα μέτρα στήριξης η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ο μεγάλος όγκος τους ολοκληρώθηκε στο τέλος του 2021, με εξαίρεση το μέτρο της αναστολής συμβάσεων εργασίας που η Κυβέρνηση αναγκάστηκε να παρατείνει και στις αρχές του 2022 λόγω της μετάλλαξης Όμικρον, προσθέτοντας κόστος που δεν υπερβαίνει το 0,15% του ΑΕΠ, ενώ για το σύνολο του χρόνου έχουν προγραμματιστεί μέτρα στήριξης που φτάνουν το 1,7% του ΑΕΠ (περίπου 3,1 δισ. ευρώ).
Σε ό,τι αφορά τα μέτρα των επιδοτήσεων του ηλεκτρικού ρεύματος και του φυσικού αερίου, η Επιτροπή σημειώνει ότι η κάλυψη γίνεται από τα έσοδα που έχει το δημόσιο από τις δημοπρασίες ρύπων που δεν υπολογίζονται στον προϋπολογισμό. Τονίζεται πάντως ότι η πορεία των επιδοτήσεων θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, σε μηνιαία βάση, ώστε το πλεόνασμα από τα έσοδα ρύπων να μην μετατραπεί σε έλλειμμα και αναγκαστεί η Ελλάδα να επιδοτεί τα ενεργειακά προϊόντα με χρήματα του προϋπολογισμού.
Κατώτατος μισθός
Στην έκθεση αναφέρεται χωρίς σχόλιο και η πρόθεση της Κυβέρνησης να θεσμοθετήσει δεύτερη αύξηση για τους κατώτατους μισθούς μετά τη συντηρητική αύξηση κατά 2% στις αρχές του χρόνου. Όπως τονίζεται, η πρώτη και η δεύτερη αύξηση έρχεται μετά το διετές πάγωμα του κατώτατου μισθού λόγω πανδημίας και θα δοθεί για πρώτη φορά τον Μάιο. Η αύξηση θα είναι σε συνάρτηση με την παραγωγικότητα της εργασίας και το επίπεδο της ανεργίας και θα έχει ελάχιστη επίδραση στο μισθολόγιο του δημοσίου. Όπως τονίζεται σε άλλο σημείο, η Ελλάδα έχει κερδίσει πολλούς βαθμούς σε ανταγωνιστικότητα από το 2018.
Χρηματοδότηση του δημοσίου
Σε ό,τι αφορά την αναθεώρηση της έκθεσης βιωσιμότητας του χρέους η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι παρά την αύξηση του χρέους λόγω της πανδημίας οι χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν κάτω από 15% του ΑΕΠ σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Με βάση το κεντρικό σενάριο το χρέος θα μειωθεί από το 203% το 2021 στο 55% του ΑΕΠ το 2050.