Όλες οι αλλαγές που επέρχονται στον αυτοέλεγχο με το Άρθρο 79 του Νόμου 3842/2010
Αυτοέλεγχος είναι η δυνατότητα που δίνεται σε μικρές, κυρίως, επιχειρήσεις,(εμπορικές με κύκλο εργασιών έως 300.000,00 €, αμιγώς παροχής υπηρεσιών με κύκλο εργασιών έως 150.000,00 €, μικτές επιχειρήσεις πώλησης εμπορευμάτων & παροχής υπηρεσιών έως 300.000,00 € με την παροχή να περιορίζεται στις 150.000,00 €) και ελεύθερους επαγγελματίες με κύκλο εργασιών έως 150.000,00 € για τον εκ νέου προσδιορισμό των ακαθάριστων εσόδων και των καθαρών κερδών τους με τη χρήση του Μοναδικού Συντελεστή Καθαρών Κερδών. Σε περίπτωση που προκύψει οποιαδήποτε διαφορά, καταβάλλεται το επιπλέον ποσό φόρου και η χρήση θεωρείται ως ελεγμένη, εκτός των περιπτώσεων που η επιχείρηση συμπεριληφθεί τυχαία σε δείγμα ελέγχου.
Επιγραμματικά οι αλλαγές που επέρχονται στον αυτοέλεγχο με το νόμο 3842/2010 είναι οι παρακάτω:
1. Αλλαγές στις περιπτώσεις εξαίρεσης από τον αυτοέλεγχο
Εξαιρούνται από τον αυτοέλεγχο μόνο οι επιχειρήσεις των οποίων τα βιβλία χαρακτηρίζονται ως ανεπαρκή ή ανακριβή και εμπίπτουν σε παραβάσεις των παραγράφων 3,4 και 6 του άρθρου 30 του ΚΒΣ και όχι αν έχουν υποπέσει σε οποιαδήποτε παράβαση του ΚΒΣ όπως ίσχυε με τον προηγούμενο νόμο.
2. Αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού των ακαθάριστων εσόδων
Επέρχονται αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των ακαθάριστων εσόδων των επιχειρήσεων που επιθυμούν να υπαχθούν σε αυτοέλεγχο, με κυριότερες τις αλλαγές στον υπολογισμό του συντελεστή αναγωγής καθώς και των ποσών που καθορίζουν το συνολικό ύψος των ακαθάριστων εσόδων.
3. Αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού των καθαρών κερδών
Ο τρόπος υπολογισμού των καθαρών κερδών μεταβάλλεται συνέπεια των αλλαγών που επέρχονται στον τρόπο υπολογισμού των ακαθάριστων εσόδων και του συντελεστή αναγωγής.
4. Αλλαγή στον τρόπο περαίωσης ΦΠΑ
Η περαίωση ΦΠΑ των επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή / και παραγωγής προϊόντων γίνεται με νέα μεθοδολογία, με την οποία θεσμοθετούνται νέες αυστηρότερες διατάξεις και αυξημένα πρόστιμα.
5. Μη μεταφορά πιστωτικού υπολοίπου ανέλεγκτης χρήσης
Για τον υπολογισμό της εκκαθάρισης φόρου δεν μπορεί πλέον να συνυπολογιστεί πιστωτικό υπόλοιπο το οποίο μεταφέρεται από προηγούμενη χρήση η οποία δεν έχει ελεγχεί.
6. Δικαίωμα υπαγωγής σε τακτικό έλεγχο εάν δηλώθηκαν ποσά μεγαλύτερα των προβλεπομένων
Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχουν, για οποιονδήποτε λόγο, δηλωθεί ποσά εσόδων, φόρων ή διαφορών στο ΦΠΑ εκροών μεγαλύτερα των προβλεπομένων και έχουν βεβαιωθεί υψηλότεροι των αναλογούντων φόροι, δίνεται δικαίωμα στο φορολογούμενο να υποβάλλει αίτηση για υπαγωγή του σε τακτικό έλεγχο.
7. Εκκρεμής η χρήση εάν δε συνέτρεχαν ή δεν εφαρμόστηκαν σωστά οι διατάξεις του νόμου
Μη περαιωμένη θεωρείται η χρήση στην οποία έγινε αυτοέλεγχος ενώ δε συνέτρεχαν οι διατάξεις του νόμου ή ενώ συνέτρεχαν, εφαρμόστηκαν με λανθασμένο τρόπο με αποτέλεσμα τη ζημία του Δημοσίου, καθώς και οι αμέσως επόμενες 2 χρήσεις ένα και σε αυτές έχει γίνει αυτοέλεγχος.
Αναλυτικά οι αλλαγές που επέρχονται είναι οι παρακάτω:
Η παράγραφος 4 του άρθρο 14 του νόμου 3296/2004 που αναλύει τις εξαιρέσεις του αυτοελέγχου τροποποιείται ως εξής:
• Δεν υπόκεινται σε αυτοέλεγχο επιχειρήσεις με βιβλία που χαρακτηρίζονται ως ανεπαρκή -μη τήρηση ή διαφύλαξη πρόσθετων βιβλίων, εικονικά τιμολόγια, έλλειψη βιβλίου απογραφών – , ανακριβή – πλαστά τιμολόγια, μη τήρηση-διαφύλαξη-επίδειξη πρόσθετων βιβλίων, λάθη αρθροιστικά - , ανακριβή βιβλία Α΄ κατηγορίας, - μη καταχώρηση ή λάθη στην καταχώρηση τιμολογίων, εικονικά ή πλαστά τιμολόγια κτλ και γενικότερα σε παραβάσεις των παραγράφων 3,4 και 6 του άρθρου 30 του ΚΒΣ
Τροποποιείται η περίπτωση ε’ της παραγράφου 3 και συγκεκριμένα:
• Οι δηλώσεις εταιρειών στις οποίες υφίσταται ανέγερση ή απόκτηση κτιρίων χωρίς ακαθάριστα έσοδα
Προστίθεται η περίπτωση στ’ της παραγράφου 3 η οποία αναφέρει ότι:
• Δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιόδους κατά τις οποίες οι απαλλασσόμενες πράξεις με δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών ΦΠΑ ανέρχονται τουλάχιστον στο 60% των συνολικών ακαθάριστων εξόδων
Το τμήμα της παραγράφου 2 του νόμου 3296/2004 που αφορούσε τον υπολογισμό των ακαθάριστων εσόδων αντικαθίσταται και ο υπολογισμός τους γίνεται πλέον με τον παρακάτω τρόπο:
• Επιχειρήσεις πώλησης εμπορευμάτων ή / και παραγωγής προϊόντων
Ακαθάριστα έσοδα =Συντελεστής Αναγωγής * Άθροισμα 1
Άθροισμα 1: κόστος πωληθέντων(εμπορεύματα και προϊόντα) + έξοδα + δαπάνες +αναλογούσες αποσβέσεις
Συντελεστής Αναγωγής = 100/100 - Μ.Σ.Κ.Κ.
• Επιχειρήσεις αμιγώς παροχής υπηρεσιών
Ακαθάριστα έσοδα =Συντελεστής Αναγωγής * Άθροισμα 2
Άθροισμα 2: έξοδα + δαπάνες +αναλογούσες αποσβέσεις
• Μικτές επιχειρήσεις πώλησης εμπορευμάτων ή / και παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών
Άθροισμα 3: Εσοδο1+ Εσοδο2+…+ Έσοδοi
Όπου Έσοδοn : Έσοδο ανά δραστηριότητα υπολογιζόμενο σύμφωνα με τις παραπάνω περιπτώσεις
Προσοχή!!! Σε περίπτωση ύπαρξης κοινών δαπανών μεταξύ δραστηριοτήτων ο μερισμός αυτών και μόνο των δαπανών γίνεται με βάση το ποσοστό συμμετοχής των ακαθάριστων εσόδων ανά δραστηριότητα , στο σύνολο των ακαθάριστων εσόδων της περιόδου.
Wi= Ακαθάριστο έσοδο i / Σύνολο ακαθάριστων εσόδων
Όπου Wi :το ποσοστό συμμετοχής των ακαθάριστων εσόδων ανά δραστηριότητα
• Αμιγώς Ελευθέρων επαγγελματιών ισχύουν τα ίδια με τις Επιχειρήσεις αμιγώς παροχής υπηρεσιών
• Ελεύθεροι επαγγελματίες με παράλληλη άσκηση εμπορικής δραστηριότητας πώλησης εμπορευμάτων ή / και παραγωγής προϊόντων ή / και παροχής υπηρεσιών
Για τα έσοδα ισχύει κατ΄ αναλογία ότι και στις παραπάνω περιπτώσεις και σε περίπτωση ύπαρξης κοινών δαπανών ο διαχωρισμός τους γίνεται όπως στην περίπτωση των μικτών επιχειρήσεων
Ο υπολογισμός των καθαρών κερδών σύμφωνα με το νόμο 3296/2004 όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 79 του νόμου 3842/2010 γίνεται πλέον ως εξής:
• Επιχειρήσεις πώλησης εμπορευμάτων ή / και παραγωγής προϊόντων με βιβλία Β και Γ κατηγορίας
Καθαρά Κέρδη= Ακαθάριστα έσοδα * ΜΣΚΚ
Για βιβλία Α ή χωρίς βιβλία
Καθαρά Κέρδη= Ακαθάριστα έσοδα * ΜΣΚΚ
• Επιχειρήσεις αμιγώς παροχής υπηρεσιών
Καθαρά Κέρδη= Ακαθάριστα έσοδα * ΜΣΚΚ
• Μικτές επιχειρήσεις πώλησης εμπορευμάτων ή / και παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών
Σ Κ.Κ. i =Καθαρά Κέρδη1+ Καθαρά Κέρδη2+…+ Καθαρά Κέρδηi
όπου Καθαρά Κέρδηn : Τα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από την εφαρμογή των 2 παραπάνω περιπτώσεων
• Αμιγώς Ελευθέρων επαγγελματιών ισχύουν τα ίδια με τις Επιχειρήσεις αμιγώς παροχής υπηρεσιών
• Ελεύθεροι επαγγελματίες με παράλληλη άσκηση εμπορικής δραστηριότητας πώλησης εμπορευμάτων ή / και παραγωγής προϊόντων ή / και παροχής υπηρεσιών
Σ Κ.Κ. i =Καθαρά Κέρδη1+ Καθαρά Κέρδη2+…+ Καθαρά Κέρδηi
όπου Καθαρά Κέρδηn : Τα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από την εφαρμογή των 2 πρώτων περιπτώσεων
Η παράγραφος 3 του άρθρου 15 του νόμου 3296/2004 όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 79 του νόμου 3842/2010 έχει πλέον ως εξής:
• Ως τελικό ποσό ακαθάριστων εσόδων νοείται το μεγαλύτερο από το λογιστικά και το εξωλογιστικά προσδιορισθέν ακαθάριστο έσοδο
Η παράγραφος 3 του άρθρου 15 του νόμου3296/2004 όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 79 του νόμου 3842/2010 έχει πλέον ως εξής:
• Ως τελικό ποσό καθαρών κερδών ορίζεται το μεγαλύτερο από το λογιστικά και το εξωλογιστικά προσδιορισθέν καθαρό κέρδος της επιχείρησης
Η παράγραφος 5 του άρθρου 15 του νόμου3296/2004 τροποποιείται ως εξής:
• Ειδικό σημείωμα αυτοελέγχου ΦΠΑ
Η διαφορά που προκύπτει ανάμεσα στα «τεκμαρτά» ακαθάριστα έσοδα και στα δηλωθέντα, επιμερίζεται ανά συντελεστή ΦΠΑ, βάσει των ποσοστών των εκροών ανά κατηγορία ΦΠΑ που υπάρχουν στα τηρούμενα βιβλία.
• Επιχειρήσεις πώλησης εμπορευμάτων ή / και παραγωγής προϊόντων με εκροές που υπάγονται σε περισσότερους από ένα συντελεστές ΦΠΑ
Γίνεται ανακατανομή των εκροών με βάση τα ποσοστά του κόστους ανά συντελεστή σε περίπτωση που ισχύει η παρακάτω ανισότητα
Πωλήσεις με ΦΠΑ 21% / Σύνολο πωλήσεων <
Κόστος πωληθέντων με ΦΠΑ 21% / Σύνολο κόστους πωληθέντων
Προσαύξηση 40% επί της προκύπτουσας διαφοράς από την ανακατανομή των εσόδων.
• Πιστωτικό υπόλοιπο προηγούμενης ανέλεγκτης χρήσης δεν χρησιμοποιείται κατά την εκκαθάριση του φόρου.
• Αν με το ειδικό σημείωμα αυτοελέγχου ΦΠΑ προκύπτει διαφορά που μειώνει πιστωτικό υπόλοιπο που έχει μεταφερθεί σε επομένη χρήση τότε η διαφορά μειώνει το φόρο εισροών της διαχειριστικής χρήσης στην οποία υποβάλλεται το σημείωμα αυτό.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 17 του νόμου 3296/2004 προβλέπει πλέον ότι:
• Σε περίπτωση βεβαίωσης φόρων μεγαλύτερων των αναλογούντων υπάρχει δικαίωμα αίτησης περί υπαγωγής σε τακτικό έλεγχο. Η ισχύς του συγκεκριμένου δικαιώματος είναι εντός έτους από της περαίωσης. Τυχόν αρνητική διαφορά επιστρέφεται.
Η παράγραφος 7 του άρθρου 17 του νόμου 3296/2004 προβλέπει πλέον τα εξής:
• Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αυτοέλεγχο ή δεν εφαρμόστηκαν ορθά οι διατάξεις του νόμου, τότε οι χρήσεις δεν θεωρούνται περαιωμένες. Αν έχει γίνει αυτοέλεγχος και για τις αμέσως επόμενες 2 χρήσεις τότε και αυτές θεωρούνται εκκρεμείς και υπόκεινται σε έλεγχο.